νόμιμος

νόμιμος, (η,) ον согласный с обычаем или законом, обычный, общепринятый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "νόμιμος" в других словарях:

  • νόμιμος — conformable to custom masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόμιμος — η, ο, θηλ. και ος (ΑΜ νόμιμος, ίμη, ον, Α θηλ. και ος) 1. αυτός που υπάρχει ή γίνεται κατά τους νομικούς θεσμούς, έννομος, σύμφωνος με τον νόμο (α. «νόμιμος γάμος» β. «νόμιμοι ἔρωτες», Γοργ.) 2. αυτός που τηρεί τους νόμους («νόμιμος καὶ κόσμιος» …   Dictionary of Greek

  • νόμιμος — η, ο 1. ο σύμφωνος με τους νόμους: Νόμιμος γάμος. – Νόμιμη ενέργεια. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., νόμιμα οι διατάξεις των νόμων: Σύμφωνα με τα διεθνή νόμιμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νόμιμος — [номимос] εκ. законный, легальный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • νομιμώτερον — νόμιμος conformable to custom adverbial comp νόμιμος conformable to custom masc acc comp sg νόμιμος conformable to custom neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομιμώτατα — νόμιμος conformable to custom adverbial superl νόμιμος conformable to custom neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομιμώτατον — νόμιμος conformable to custom masc acc superl sg νόμιμος conformable to custom neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομίμων — νόμιμος conformable to custom fem gen pl νόμιμος conformable to custom masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομίμως — νόμιμος conformable to custom adverbial νόμιμος conformable to custom masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόμιμον — νόμιμος conformable to custom masc acc sg νόμιμος conformable to custom neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομιμωτάτην — νόμιμος conformable to custom fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.